Με αφορμή την έκδοση του καινούριου της βιβλίου η συγγραφέας Βασιλική Διαμαντή μιλά στo ekmag.gr σχετικά με το περιεχόμενο του βιβλίου της, για την μέχρι τώρα συγγραφική της πορεία, αλλά και κατά πόσο ένα βιβλίο μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Συνέντευξη στην ΛΕΥΚΗ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ

Κυρία Διαμαντή, θα ξεκινήσω με τις πιο κλασικές ερωτήσεις που μπορεί να κάνει κάποιος σε ένα συγγραφέα. Πότε και πως ξεκινήσατε; Τι όνειρα κάνατε τότε;
Αν με ρωτάτε πότε ξεκίνησα να γράφω η απάντηση είναι από δέκα χρονών, περίπου. Τα όνειρα που έκανα τότε ήταν να γίνω συγγραφέας και παραμένουν τα ίδια μέχρι και σήμερα. Για το πώς ξεκίνησα δεν μπορώ να πω κάτι περισσότερο από το ότι, το χαρτί και οι λέξεις ήταν έρωτας για μένα και με τραβούσαν σαν μαγνήτης. Αποφάσισα όμως να βγάλω τα γραπτά μου από το συρτάρι πολύ αργά, πάνω που πίστεψα ότι το όνειρο δε θα γινόταν ποτέ πραγματικότητα.
Μετά από 3 βιβλία που έχετε γράψει, μπορείτε να μας πείτε ποιος ο ρόλος της συγγραφής στη ζωή σας; Είναι επάγγελμα που αποφέρει τα προς το ζην ή κάτι παραπάνω; Ποια ανάγκη σας ικανοποιεί η ενασχόληση με τη συγγραφή;
Για μένα η συγγραφή δεν ήταν ποτέ επάγγελμα και δεν είναι ούτε τώρα, είμαι εκπαιδευτικός, αν κι αυτό επίσης το θεωρώ λειτούργημα. Τα προς το ζην από τη συγγραφή δεν ξέρω πόσοι τα πετυχαίνουν σήμερα, μπράβο θα τους έλεγα, αλλά εγώ δεν γράφω για τα χρήματα. Γράφω για μένα και στοχεύω στις καρδιές των αναγνωστών, θέλοντας να χτυπήσουν στον ίδιο ρυθμό με τη δική μου. Την αναγνώριση και την αποδοχή, κακά τα ψέματα, την λαχταρούν όλοι οι συγγραφείς και όλοι οι άνθρωποι οτιδήποτε κάνουν.
Έχετε δεχτεί επιρροές από άλλους συγγραφείς, Έλληνες ή ξένους, νεότερους ή παλιότερους; Τι πιστεύετε ότι συντέλεσε στη διαμόρφωση της δική σας συγγραφικής σκέψης;
Ξεκάθαρα απαντώ ναι. Επιρροές δέχτηκα από πολλούς συγγραφείς κι αυτοί που λάτρεψα δεν ήταν λίγοι. Αυτοί όμως που θεωρώ τώρα ότι έγιναν οδηγοί στη σκέψη μου είναι ο Ντοστογιέφσκι (δώδεκα χρονών διάβαζα τα βιβλία του και συγκλονιζόμουνα) και ο Καζαντζάκης (μ’ έκανε τόσες φορές να ταυτιστώ μαζί του που ώρες ώρες τρόμαζα με τις ίδιες μου τις σκέψεις). Και οι δυο ανθρωποκεντρικοί συγγραφείς με φιλοσοφικές αναζητήσεις.
Διαβάζετε έργα άλλων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων; Πώς είστε ως αναγνώστης;
Δεν έχω σταματήσει ποτέ να διαβάζω, παλαιότερα διάβαζα εξίσου Έλληνες συγγραφείς και ξένους, αλλά σήμερα μάλλον περισσότερο διαβάζω τους Έλληνες. Είμαι μια «μανιώδης» αναγνώστρια, και φυσικά ενημερωμένη για ό,τι κυκλοφορεί, αλλά το «κακό» τώρα είναι ότι γράφω τόσες πολλές ώρες και δεν έχω όσο χρόνο θα ήθελα για διάβασμα.
Δίνεται το ελεύθερο στους φίλους σας που διαβάζουν τα βιβλία σας να σας κάνουν παρατηρήσεις όσο σκληρές και αν είναι αυτές; Πόσο σας επηρεάζουν οι αρνητικές κριτικές;
Δίνω το ελεύθερο σε όποιον διαβάζει τα βιβλία μου να μου κάνει κριτική και να εκφράσει ελεύθερα τι του άρεσε και τι όχι και φυσικά μετά τα επεξεργάζομαι. Το τι αρέσει στον καθένα είναι υποκειμενικό και δεν είμαστε εδώ για να κομπάζουμε ότι μονοπωλούμε το «τέλειο και αρεστό σε όλους». Αρκεί να μην είναι απαξιωτικά τα σχόλια και εκ του πονηρού. Τότε δεν τα δέχομαι ή μάλλον τ’ ακούω, αλλά δεν τα λαμβάνω υπόψη και δεν απαντώ.
Ποια η σχέση σας με το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Ποια η άποψή σας για τις βιβλιοφιλικές ομάδες;
Η σχέση μου είναι πολύ καλή, θεωρώ ότι είναι ο κοινός τόπος που μας ενώνει μηδενίζοντας κάθε απόσταση. Μου αρέσει και το χρησιμοποιώ. Άλλωστε το βιβλίο μου είναι προϊόν επαφής μέσα από το διαδίκτυο. Μέσα από μια ομάδα συγγραφέων συνάντησα διαδικτυακά τον άνθρωπο που μου αφηγήθηκε τη ζωή του. Παρακολουθώ όλες τις βιβλιοφιλικές ομάδες και θεωρώ ότι κάνουν καλές προσπάθειες να στηρίξουν τους συγγραφείς και να κάνουν γνωστό το έργο τους. Προσφέρουν την ευκαιρία επίσης στον αναγνώστη, μέσα σε τόση πληθώρα αναγνωσμάτων, να αποκτήσει μια πρώτη άποψη. Συνεπώς θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχουν και να συνεχίσουν την θετική προσφορά τους σ’ αυτό τον χώρο και χαίρομαι ειλικρινά όταν αγκαλιάζουν τα βιβλία μου.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ωκεανός το νέο σας βιβλίο, «Οι φύλακες της λίμνης». Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό. Τι είδους μυθιστόρημα θα λέγατε ότι είναι;
Ένα μυθιστόρημα κοινωνικό, τοποθετημένο όμως πολύ καλά στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής του. Ένας ύμνος στην δύναμη της ανθρώπινης ψυχής και στο ταξίδι της μέσα σε πολέμους (πόλεμος του ’40), διωγμούς και ολοκαυτώματα (των χωριών της Ηπείρου και των Γιαννιωτών Εβραίων) και την πίκρα της μετανάστευσης στην Ευρώπη και την Αμερική. Ένα παράλληλο ταξίδι των δυο ηρώων μου, ένας Γολγοθάς μοιρασμένος ανάμεσα στην Ήπειρο και την Αμερική. Ένα αισιόδοξο μήνυμα είναι το βιβλίο γι’ αυτούς που η ζωή τους πιάνει πάτο, να σηκωθούν και να συνεχίσουν.
Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου, ποια η αφορμή, ποιος ο σκοπός;
Η συνάντηση μου με τον ήρωα του βιβλίου, τυχαία ή μοιραία, που μου αφηγήθηκε κομμάτια της ζωής του. Έπρεπε να γραφτεί και να διαβαστεί, δεν είχα άλλη επιλογή, το έφερε η ζωή μπροστά μου. Σκοπός μου είναι αυτά που θα νιώσετε όταν το διαβάσετε, γιατί δεν γίνεται να μη τα νιώσετε… Αυτό μου φτάνει… Σκεφτείτε τον εαυτό σας πάνω σ’ ένα φορτηγό στον δρόμο για το Άουσβιτς… Τι νιώθεις τότε;
Συνήθως σε ένα μυθιστόρημα ο/η συγγραφέας εκτός από το βασικό του θέμα καταπιάνεται και με διάφορα κοινωνικά θέματα. Ποια θέματα προσπαθείτε να ερμηνεύσετε στο βιβλίο αυτό;
Δεν είχα σκοπό να ερμηνεύσω αυτά που συνέβησαν, αλλά οπωσδήποτε η οπτική του συγγραφέα επηρεάζει ένα κείμενο. Η Ιστορία της ανθρωπότητας στάθηκε πολύ σκληρή και άδικη για κάποιους, το βιβλίο μου στέκεται από τη μεριά του ανίσχυρου, του αδύνατου απέναντι στα παιχνίδια της Ιστορίας. Αντιρατσιστικό, αντιναζιστικό και ενωτικό, πάνω από φυλές και θρησκείες, θέλει μόνο να βροντοφωνάξει ότι όταν το παρόν είναι πολύ σκληρό για τα ανθρώπινα μέτρα δεν έχεις άλλη επιλογή από το να πιαστείς γερά από το μέλλον.
Αν έπρεπε να πείτε κάτι στους αναγνώστες σας για να τους πείσετε να διαβάσουν το βιβλίο σας, τι θα τους λέγατε;
Α, σ’ αυτά δεν είμαι και πολύ καλή, η καλύτερη διαφήμιση για ένα βιβλίο είναι από στόμα σε στόμα! Και είμαι σίγουρη ότι για το συγκεκριμένο βιβλίο θα γίνει αυτό. Πάντως θα έλεγα να το διαβάσουν, γιατί έχω την υποψία, μετά τα πρώτα μηνύματα, ότι δε θα μετανιώσουν. Και ναι, πιστεύω ότι το παράθυρο αυτό πρέπει να το ανοίξουν για να βρεθούν σ’ ένα κινηματογραφικό πλατό, όπου δεν μπορούν να φανταστούν πόσο θα τους συνεπάρει με την πλοκή του το ταξίδεμα στον χώρο και τον χρόνο, και πόσο βαθιά θα τους αγγίξει. Υπάρχει και κάτι ακόμα, με γυναικεία πένα προσπάθησα να γράψω για δυο άντρες. Θέλω να μου πουν αν τα κατάφερα.
Κλείνοντας, κυρία Διαμαντή, τι στοχεύετε με τα βιβλία σας; Μπορεί ένα βιβλίο να αλλάξει τον κόσμο;
Ένα βιβλίο είναι ένα παράθυρο ανοιχτό που δεν ξέρεις ποτέ που θα σε οδηγήσει. Ίσως λοιπόν ν’ αλλάξει τον τρόπο σκέψης κάποιων ανθρώπων κι αυτό θα είναι μεγάλο επίτευγμα για τον συγγραφέα. Τώρα όσον αφορά ν’ αλλάξει τον κόσμο… μακάρι, κι έτσι θα έπρεπε, αλλά πολύ δύσκολο στις μέρες μας, αφού αυτό τον ρόλο τον «μονοπωλούν», αναποτελεσματικά απ’ ότι φαίνεται μέχρι τώρα, οι πολιτικοί μας…

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ – ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΔΙΑΜΑΝΤΗ | ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΕΑΝΟΣ
Οι άνθρωποι βρίσκονται εκεί που η Μοίρα θα ορίσει…
Δυο ζωές που δέθηκαν με την κόκκινη κλωστή της Μοίρας και ήταν θέμα χρόνου να συναντηθούν. «Η κλωστή μπορεί να τεντώνεται, να περιπλέκεται… μα δεν κόβεται ποτέ». Κι ο έρωτας έγινε η θρυαλλίδα για μια μεγάλη αποκάλυψη…
Δυο άγνωστοι άνθρωποι με το ίδιο όνομα, θύματα της Ιστορίας και του πολέμου, θα συναντηθούν στην κορυφή του Χαλεάκαλα, στο νησί Μάουι της Χαβάης, και θα ξεδιπλώσουν το κουβάρι της ζωής τους αναζητώντας το σημείο που τους ενώνει.
Ο ένας, γεννημένος στο Καλπάκι Ιωαννίνων, κυνήγησε το όνειρο με τέτοιο ζήλο που τον έφερε μέχρι τα πιο εξωτικά μέρη της Αμερικής. Από την απόλυτη φτώχεια στη χλιδή, από τη μοναξιά της ξενιτιάς στον έρωτα, από την νοσταλγία της πατρίδας στην επιστροφή.
Ο άλλος, άγνωστο από πού… Χωρίς οικογένεια, γονείς, πατρίδα, αναμνήσεις. Λευκή σελίδα η ζωή του μέχρι την ημέρα της συνάντησης τους…
Όμως η Ιστορία έχει κρυφές σελίδες, όχι λευκές. Ξεδιπλώνουν μαζί τις σκοτεινές πτυχές, χρωματίζουν τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και γίνονται Φύλακες της Ιστορίας της Ηπείρου και της λίμνης της, ζωντανεύοντας μνήμες, με μάρτυρες τα ζωντανά στοιχειά που κρύφτηκαν στον βυθό της…