Μετά τις ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ και τα ΛΙΑΝΟΚΕΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ, ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου ολοκληρώνει την πολύκροτη σειρά του του Μακεδονικού Αγώνα με το τρίτο μυθιστόρημα, ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ. Με αφορμή την παρουσίαση της σειράς στη Θεσσαλονίκη ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου μας μιλά για τα στοιχεία που διαφοροποιούν το ιστορικό μυθιστόρημα από ένα μυθιστόρημα εποχής, για ποιο λόγο επιλέγει να γράφει σειρές βιβλίων και κατά πόσο η απόφαση του να γράψει για το Μακεδονικό Αγώνα είχε ρίσκο.

Συνέντευξη στην ΛΕΥΚΗ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ

Κύριε Παπαθεοδώρου, το ιστορικό μυθιστόρημα είναι το συγγραφικό είδος που σας χαρακτηρίζει. Ποια στοιχεία στη συγγραφή του είναι αυτά που διαφοροποιούν το ιστορικό μυθιστόρημα από ένα μυθιστόρημα εποχής ή ένα ιστορικό δοκίμιο;
Η ιστορική πιστότητα έτσι ώστε κλείνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης να έχει κατά το δυνατόν κερδίσει, πέρα από την απόλαυση, και γνώση, να έχει κατανοήσει, να έχει βιώσει, να έχει ζήσει την ιστορία της περιόδου συμμετέχοντας στα γεγονότα και συμπάσχοντας με τους ήρωες. Η ερώτησή σας, πάντως, είναι ιδιαίτερα εύστοχη αφού εσχάτως οι εκδότες, για εμπορικούς λόγους, συνηθίζουν να βαφτίζουν συλλήβδην ως ιστορικό κάθε μυθιστόρημα που απλώς δεν διαδραματίζεται στον παρόντα χρόνο. Μα πόσο ιστορικό είναι άραγε ένα μυθιστόρημα όπου «ιστορικά» δεν συμβαίνει τίποτε πέρα από κάποιες γενικόλογες περιγραφές περιοχών και πόλεων κι όπου εμφανίζονται απλώς δυο τρεις εραστές που δεν φορούν κουστούμια και ταγέρ, αλλά φουστανέλες και κορσέδες; Ασφαλώς δεν εννοώ αυτού του είδους τα «ιστορικά» μυθιστορήματα που κοτσάρουν από κάτω κι έναν πιασάρικο και γενικόλογο υπότιτλο: «βασισμένο σε αληθινή ιστορία». Ένα ιστορικό μυθιστόρημα δεν χρειάζεται έναν τέτοιο υπότιτλο, ειδάλλως τι σόι ιστορικό είναι εάν εξ ορισμού δεν βασίζεται σε αληθινά γεγονότα;
Γράψατε μια τετραλογία για τα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου, μια διλογία για τα ταραγμένα χρόνια της Χούντας και πρόσφατα κυκλοφόρησε η τριλογία σας για τον Μακεδονικό αγώνα. Οι σειρές βιβλίων εξ ορισμού είναι εκτενή έργα, που ενέχουν τον κίνδυνο να «κουράσουν» τον αναγνώστη. Για ποιο λόγο εσείς τις επιλέγετε; Ποια τα συναισθήματά σας κατά τη διάρκεια της συγγραφής τους; Πόσο επηρεάζει την συγγραφή του 2 ή 3ου βιβλίου η αποδοχή από το κοινό των προηγούμενων;
Για τον λόγο που σας ανέφερα πριν. Για να βιώσει ο αναγνώστης τα ιστορικά γεγονότα και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της περιόδου. Να συμπάσχει με τους ήρωες και τις ηρωίδες, να συμμετάσχει μαζί τους στην Ιστορία, να ταυτιστεί. Όλα τούτα τα σπουδαία για ένα μυθιστόρημα δεν επιτυγχάνονται με έργα σύντομα και ολιγοσέλιδα, αυτή είναι η άποψή μου. Ευτυχώς, μέχρι τώρα τουλάχιστον, ετούτη η εμμονή μου στις εκτενείς τοιχογραφίες βρήκε πρόσφορο έδαφος και δεν κούρασε όπως δείχνουν τα 140.000 αντίτυπα της Τετραλογίας του Εμφυλίου ή τα 55.000 αντίτυπα της Τριλογίας του Μακεδονικού Αγώνα που το τελευταίο της μέρος «Συναξάρια της μικρής πατρίδας» κυκλοφόρησε μόλις πριν δεκαπέντε ημέρες. Όσο για το τελευταίο ερώτημά σας; Διόλου δεν επηρεάζει τη συγγραφή του 2ου ή 3ου βιβλίου η αποδοχή από το κοινό αφού το έργο παραδίδεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του πλήρες στον εκδοτικό οίκο αρκετό καιρό πριν από την έκδοσή του, προκειμένου να γίνει η απαραίτητη και σημαντικότατη επιμέλεια των χειρογράφων.
Όπως αναφέρθηκε, με την τελευταία σας τριλογία, που ξεκίνησε με τις γυναίκες, πέρασε στα λιανοκέρια και ολοκληρώθηκε με τα συναξάρια της μικρής πατρίδας, ασχοληθήκατε με το Μακεδονικό Αγώνα άρα και με ένα πολιτικό ζήτημα των ημερών, το Μακεδονικό, που διχάζει και ξεσηκώνει πάθη. Είχε η απόφαση σας να γράψετε για αυτό κάποιο ρίσκο; Νιώθετε δικαιωμένος για αυτή σας την απόφαση;
Πάντα ένα καθαρό Ιστορικό μυθιστόρημα είναι εν μέρει και πολιτικό. Ειδικά όταν αφορά τον Μακεδονικό Αγώνα, τον Εμφύλιο ή την Χούντα.
Η απόφασή μου να ασχοληθώ με ένα συγκεκριμένο θέμα όμως δεν έχει να κάνει με την επικαιρότητα, ποτέ δεν έχει να κάνει, αυτή είναι δουλειά των δημοσιογράφων και των ρεπόρτερ. Η δική μου δουλειά έχει πιότερο να κάνει με τη μνήμη και την αποτύπωσή της, αυτή υπηρετώ μέσα από τα βιβλία μου. Μαζί με την λογοτεχνία και την Ιστορία που βαδίζουν πάντα χέρι χέρι και δίχως η μία να εξοβελίζει ή να επισκιάζει την άλλη. Ως προς το ρίσκο; Ασφαλώς υπάρχει όταν τα θέματα είναι ακανθώδη και αφορούν δύσκολες και οδυνηρές, αλλά και αρκετά σκοτεινές περιόδους της πατρίδας και του λαού μας. Ειδάλλως θα έγραφα μόνο για έρωτες, για «χρώματα κι αρώματα» και θα είχα το κεφάλι μου ήσυχο.
Η χρήση των λέξεων γυναίκες, λιανοκέρια και τώρα συναξάρια στους τίτλους των βιβλίων σας κρύβουν μια λαϊκότητα και μια θρησκευτικότητα, που αναδεικνύουν τις γνήσιες και αληθινές αξίες του λαού μας και τον προβάλουν ως καθοριστικό παράγοντα της ιστορίας. Σε μια κοινωνία όμως υπάρχουν και άνθρωποι που δεν διακατέχονται από ιδανικά και ήθη, «παίζουν» όμως και αυτοί σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις και στην διαμόρφωση της ιστορίας. Παρουσιάζετε αυτή την πλευρά των Ελλήνων Μακεδόνων και αν όχι για ποιο λόγο;
Κατ’ αρχάς, αντικειμενικότητα στην πλήρη μορφή της δεν υπάρχει σε έργο γραμμένο από ανθρώπινο χέρι, είναι χίμαιρα να πιστεύει κανείς κάτι τέτοιο αφού οι πεποιθήσεις και οι ιδέες βρίσκουν πάντα χαραμάδες και εμφιλοχωρούν στο κείμενο. Στην καλύτερη περίπτωση υπάρχει αυτό που ονομάζω «αντικειμενική υποκειμενικότητα» και προσπαθώ να το εφαρμόσω στα δικά μου έργα. Να είμαι συνεπής και δίκαιος, να μη συκοφαντώ και προβοκάρω, να αντιμετωπίζω ακόμη και τους «άλλους» με σεβασμό. Ως προς την ουσία του ερωτήματός σας, στην Τριλογία του Μακεδονικού Αγώνα υπάρχει ο Κοσμάς, ένας βασικός, κεντρικός ήρωας άπατρις και άθεος. Αν και δεν ενστερνίζομαι τις ιδέες του αυτές, τον παρουσιάζω με συμπάθεια, κατανόηση και σεβασμό.
Κλείνοντας, κύριε Παπαθεοδώρου, θα σας ενδιέφερε η περίπτωση να μεταφραστούν και να κυκλοφορήσουν τα βιβλία σας σε χώρες του εξωτερικού; Πιστεύετε ότι ένα ιστορικό μυθιστόρημα, που «μιλάει» για την ιστορία της πατρίδας του συγγραφέα, χωρίς να είναι όμως κλασικό ιστορικό έργο, είναι κάτι που προσελκύει το αναγνωστικό κοινό άλλων χωρών;
Εννοείται πως θα με ενδιέφερε. Μα δεν πιστεύω πως ενδιαφέρει τους άλλους. Δυστυχώς, είμαστε «έθνος ανάδελφον» με όλη τη σημασία της λέξης. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όσες φορές μεταφράστηκαν έργα Ελληνίδων και Ελλήνων συγγραφέων στο εξωτερικό, τα διάβασαν μόνο αυτοί που τα μετέφρασαν. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια και ειλικρινά δεν γνωρίζω τι φταίει.

Μια σειρά-έπος για τη Μακεδονία, που τη χαρακτηρίζει η ιστορική ακρίβεια και η συνταρακτική πλοκή.
Εκδόσεις Ψυχογιός