Με αφορμή την παρουσίαση του νέου της βιβλίου, με τίτλο «Ο Γερμανός γιατρός», από τις εκδόσεις Ψυχογιός η αγαπημένη συγγραφέας Σόφη Θεοδωρίδου απαντά στις ερωτήσεις μας.

Συνέντεξη στην ΛΕΥΚΗ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ

Κυρία Θεοδωρίδου, θα ήθελα να μας πείτε λίγα λόγια για την μέχρι τώρα συγγραφική σας πορεία. Πότε και πώς ξεκινήσατε, τι όνειρα κάνατε τότε και τι είναι για σας πλέον η συγγραφή;
Η συγγραφή ήταν ένα παιδικό μου όνειρο, με παρέσυρε όμως η ζωή και το άφησα πίσω μου, όπως γίνεται συχνά με τα παιδικά κι εφηβικά μας όνειρα. Ώσπου, ακούγοντας μια οικογενειακή ιστορία, η οποία με συνάρπασε, αποφάσισα να δοκιμάσω τι μπορώ να κάνω στον τομέα της συγγραφής κι αν θα μπορούσα να πραγματοποιήσω εκείνο το παλιό μου όνειρο. Το εγχείρημα πέτυχε και σύντομα το πρώτο μου βιβλίο είχε εκδοθεί από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, με τις οποίες μέχρι σήμερα συνεργάζομαι. Η αγάπη των αναγνωστών έκανε τα υπόλοιπα και πλέον η συγγραφή και οι ήρωες που γεννά η φαντασία μου έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς και της καθημερινότητάς μου.
10 βιβλία πολυδιαβασμένα και επιτυχημένα. Πώς αισθάνεστε;
Αισθάνομαι βαθιά ικανοποίηση και μεγάλη ευγνωμοσύνη προς τους αναγνώστες μου. Δίχως τη δική τους στήριξη δε θα είχα ίσως τη διάθεση να συνεχίσω μετά από κείνο το πρώτο βιβλίο.
Σε ένα νέο αναγνώστη, ο οποίος θέλει να σας διαβάσει και δεν έχει διαβάσει κανένα από τα βιβλία σας, από ποιο βιβλίο σας θα του προτείνατε να ξεκινήσει και γιατί;
Θα του πρότεινα να ξεκινήσει από το πρώτο μου βιβλίο «Η νύφη φορούσε μαύρα». Αν του αρέσει και συνεχίσει στα επόμενα, τότε θα έχει τη δυνατότητα να διαπιστώσει και την εξέλιξη της γραφής.
Από το 2010 και το «Η νύφη φορούσε μαύρα» ως το 2019 και το «Ο γερμανός γιατρός» τι έχει αλλάξει στη γραφή σας και τι παραμένει ίδιο;
Παραμένει ίδιος ο τρόπος που γράφω. Συνήθως με συνεπαίρνει μια αληθινή ιστορία και κατόπιν η φαντασία μου καλύπτει τα κενά, γεννά τους ήρωες που θα πλαισιώσουν τους πρωταγωνιστές, «χτίζει» τους χαρακτήρες… Και κάθε φορά αρχίζοντας ένα νέο βιβλίο περιμένω να συμβεί αυτό το κάτι μαγικό που συνέβη, όταν πρωτοξεκίνησα να γράφω, τότε που αισθάνθηκα τους ήρωές μου να ζωντανεύουν και να διεκδικούν την αυτονόμησή τους. Παραμένει ίδια, επίσης, η ροπή μου προς τις λυρικές περιγραφές. Ωστόσο, η γραφή πιστεύω ότι έχει εξελιχθεί.
Ποια θεωρείτε ως τα απαραίτητα προσόντα ενός συγγραφέα του 2019, τα οποία θα τον καθιερώσουν στη συνείδηση των αναγνωστών, ως ένα από τους σημαντικότερους της εποχής του;
Δεν υπάρχει μαγική συνταγή. Θα χαρακτήριζα αναγκαία συνθήκη το εφόδιο της έμφυτης κλίσης, ροπής, ικανότητας στο γράψιμο. Όπως δεν μπορεί να γίνει καλός αρχιτέκτονας κάποιος που δεν έχει το χάρισμα να σχεδιάζει και του λείπει η δημιουργική φαντασία, το ίδιο συμβαίνει και με τη γραφή. Δε φτάνει όμως μόνο αυτό. Χρειάζεται σκληρή δουλειά, έμπνευση, επιμονή, πάθος και σεβασμός του συγγραφέα προς τον εαυτό του και τον αναγνώστη.
«Ο γερμανός γιατρός» που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός, τι είδους μυθιστόρημα θα λέγατε ότι είναι; Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό.
Θα το χαρακτήριζα κοινωνικό αντιπολεμικό μυθιστόρημα, ενταγμένο σ’ ένα ιστορικό πλαίσιο και πιο συγκεκριμένα στην περίοδο της Κατοχής. Είναι προϊόν μυθοπλασίας βασισμένο σε αληθινή ιστορία. Θα το χαρακτήριζα και τρυφερό, παρά το γεγονός ότι εξελίσσεται σε χρόνια ζοφερά. Είναι ένα βιβλίο που ίσως ξαφνιάσει πολλούς, καθώς μας δείχνει ένα διαφορετικό πρόσωπο των ανθρώπων που βρέθηκαν εδώ ως κατακτητές. Θέλησα να γνωρίσουν οι αναγνώστες μου και τούτη την πλευρά των Γερμανών, μια και ανάμεσα στους σκληρούς Ναζιστές, που έκαναν τότε κάθε λογής θηριωδίες, συνυπήρχαν και τέτοιοι χαρακτήρες και ελάχιστα έχουμε αναφερθεί στο δικό τους δράμα. Αναφέρομαι επιπλέον στο δράμα του γερμανικού λαού, που αντιλαμβάνεται συν τω χρόνω πού τον οδήγησαν οι επιλογές του, γι’ αυτό και πέρα από τους Έλληνες ήρωες και τον Γερμανό γιατρό, που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο, υπάρχουν κι οι Γερμανοί ήρωές μου, οι οποίοι βιώνουν τις αγριότητες του πολέμου από τη Γερμανία.
Από πού αντλήσατε την έμπνευση σας και κατόπιν το πληροφοριακό υλικό για να γράψετε το συγκεκριμένο μυθιστόρημα;
Διάβασα τις επιστολές που έγραψε ένας Γερμανός γιατρός προς την οικογένειά του, μεταφρασμένες μετά από χρόνια στα ελληνικά, και με συγκίνησε το έργο, η προσφορά του αλλά και η προσωπική του ιστορία. Όλα τα παραπάνω με παρακίνησαν να ψάξω επιπλέον υλικό, να γνωρίσω τα ιστορικά γεγονότα που είχαν σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή, να επισκεφθώ το νησί, στο οποίο έζησε ο Γερμανός γιατρός και το οποίο, με επιλογή μου, δεν ονοματίζω στο μυθιστόρημά μου, καθώς θέλησα να «κινηθώ» λίγο πιο ελεύθερα.
Διαβάζοντας κάποιος το βιβλίο σας υπάρχει κάποιο σημείο στο οποίο θα πρέπει να εστιάσει; Υπάρχει κάποιο μήνυμα που θα θέλατε να μεταφέρετε στους αναγνώστες και, αν ναι, ποιο είναι αυτό;
Σε γενικές γραμμές κάθε αναγνώστης θεωρώ ότι αντλεί τα δικά του μηνύματα διαβάζοντας ένα βιβλίο, τα οποία ενίοτε μπορεί να μη συμβαδίζουν μ’ αυτά που είχε κατά νου ο συγγραφέας του. Για μένα, τώρα, και για το συγκεκριμένο βιβλίο, το κεντρικό μήνυμά του εκφράζεται μέσα από τη φράση του Χανς Γκεόργκ Λέμπερ, που τοποθετώ στην αρχή του μυθιστορήματός μου: «Ας χτίσουμε γέφυρες μεταξύ ανθρώπων και πολιτισμών». Και γέφυρες χτίζουμε, όταν έχουμε υπόψη όλα τα δεδομένα.
Και μια ερώτηση με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου σας στη Θεσσαλονίκη. Ποια είναι η άποψή σας για τις βιβλιοπαρουσιάσεις; Έχουν κάποια χρησιμότητα; Πιστεύετε ότι το κοινό ανταποκρίνεται όπως θα έπρεπε στο κάλεσμα του συγγραφέα και των βιβλιοπωλών που διοργανώνουν την παρουσίαση; Και πότε θεωρείτε μια βιβλιοπαρουσίαση επιτυχημένη;
Θα ξεκινήσω από την τελευταία σας ερώτηση. Επιτυχημένη είναι μια βιβλιοπαρουσίαση κατ’ εμέ, όταν συμμετέχει το αναγνωστικό κοινό όχι μόνο με την παρουσία του αλλά και με τις ερωτήσεις του. Όσο για τις παρουσιάσεις… Η άποψή μου είναι ότι ο συγγραφέας λέει όσα έχει να πει μέσα από το έργο του, ωστόσο είναι όμορφο να έρχεται σε επαφή με τους αναγνώστες του, ν’ ακούει την άποψή τους, να απαντά στις απορίες αλλά και τις επισημάνσεις τους. Μ’ αυτό κατά νου, θεωρώ ότι είναι χρήσιμες κι ότι η ανταπόκριση του κοινού είναι κατά κανόνα όχι πολύ μεγάλη αλλά σε γενικές γραμμές ικανοποιητική.

Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ
της Σόφης Θεοδωρίδου, από τις εκδόσεις Ψυχογιός
1941. Η Ελλάδα βογκά κάτω από τη σκληρή γερμανική Κατοχή, μαζί κι οι κάτοικοι ενός μικρού νησιού του Αιγαίου: η Λήδα, μια νεαρή χήρα, εξοβελισμένη με την κόρη της από την τοπική κοινωνία· ο Παππούς, ο ηλικιωμένος που την έχει πάρει υπό την προστασία του· ο χειροδύναμος Μάρκος, που δε δειλιάζει μπροστά στον κίνδυνο, αλλά διστάζει μπροστά στις λέξεις· ο δήμαρχος, ο γιατρός, ο δικηγόρος του νησιού κι άλλοι σημαίνοντες πολίτες του. Κάποια στιγμή στη μικρή νησιωτική κοινωνία θα ενταχθούν η Αθηναία Ρίτα με τον έφηβο γιο της, στο σπίτι της οποίας σύντομα θα εγκατασταθεί και ο λοχίας Γκέοργκ Φίσερ με τη μακρινή ελληνική καταγωγή.
Το ίδιο διάστημα, στο Βερολίνο, ο επίατρος του ναυτικού Κρίστιαν Μίλερ θα γνωρίσει τη Μάρεν, τη γυναίκα της ζωής του. Ο πόλεμος όμως σύντομα θα χωρίσει τους δύο νέους. Ο ανθρωπιστής Κρίστιαν θα βρεθεί στο ελληνικό νησί, αποφασισμένος να πολεμήσει μονάχα τους κοινούς ανθρώπινους εχθρούς, τον θάνατο και τον πόνο, με όπλο το νυστέρι του. Ο πόλεμος, ωστόσο, είναι πάντα απρόβλεπτος…
Νησιωτική Ελλάδα-Βερολίνο… Κατακτητές και κατακτημένοι, πολιορκημένοι από τη βαρβαρότητα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Φόβοι, αγωνίες, πάθη, αμφιβολίες αλλά κι η μεγαλοσύνη του ανθρώπου, που κατορθώνει πάντα να «φωτίζει» και τις πιο σκοτεινές εποχές.