Μπορεί εμείς στη Θεσσαλονίκη να τη γνωρίζαμε από την πολύχρονη παρουσία της στο χώρο των ΜΜΕ, η Μαρία Τσακίρη όμως έγινε ευρύτερα γνωστή, όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με τη συγγραφή. Το πρώτο της βιβλίο, το «Ιφιγένεια, ο κύκλος της σιωπής», έγινε αμέσως γνωστό τόσο για το σκληρό και βίαιο θέμα του όσο και για την δημοσιογραφική και ωμή γλώσσα του. Σήμερα, η δημοσιογράφος και συγγραφέας επανέρχεται με ένα νέο βιβλίο, ένα μυθιστόρημα που βασίζεται και πάλι σε αληθινή ιστορία, την τραγωδία του Μπεσλάν.
Με αφορμή την πρώτη παρουσίαση του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη η Μαρία Τσακίρη μιλά στην ekmag.gr για τα γεγονότα που την ενέπνευσαν και την απόφασή της να ασχοληθεί με αυτά, αλλά και το τι θα ήθελε να αποκομίσει ο αναγνώστης.

Συνέντευξη στη ΛΕΥΚΗ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ

Κυρία Τσακίρη, πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο σας βιβλίο, «Θλιμμένος Σεπτέμβρης» ο τίτλος του, που βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Πριν μιλήσουμε για αυτό θα ήθελα να μας εξηγήσετε αν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που προτιμάτε να εξιστορείτε πραγματικά γεγονότα, αν ήταν δηλαδή επιλογή σας ή ήταν απλώς σύμπτωση.
Τα πραγματικά γεγονότα, οι ταινίες με την ένδειξη αληθινή ιστορία, τα σενάρια που βασίζονται σε αληθινά γεγονότα και φυσικά τα βιβλία που πραγματεύονται ανθρώπινες ιστορίες οι οποίες έχουν συμβεί κάπου – κάποτε αλλά έχουν δράση, ένταση και κυρίως ανατροπές, με γοήτευαν πάντα. Προέρχομαι, βλέπετε, από τη δημοσιογραφική οικογένεια και το αστυνομικό, κυρίως, ρεπορτάζ ήταν για πολλά χρόνια αυτό που μονοπωλούσε το ενδιαφέρον μου. Η «Ιφιγένεια» ήταν μια πραγματική ιστορία στην οποία δεν πρόσθεσα αλλά ούτε και αφαίρεσα κάτι από όσα μου διηγήθηκε η ηρωίδα μου. Ο «Θλιμμένος Σεπτέμβρης» είναι μυθοπλασία, η οποία όμως βασίζεται στα αληθινά γεγονότα της τραγωδίας του Μπεσλάν. Επομένως, δεν πρόκειται για σύμπτωση αλλά για συνειδητή επιλογή.
Το νέο σας λοιπόν βιβλίο βασίζεται στη σφαγή του Μπεσλάν που έγινε τον Σεπτέμβρη του 2004. Αν και ο καθένας μας μπορεί να βρει πλήθος πληροφοριών σχετικά, θα ήθελα να μας παρουσιάσετε εσείς τα γεγονότα όπως διαδραματίστηκαν και αποτέλεσαν για σας πηγή έμπνευσης.
Ήταν 1η Σεπτέμβρη του 2004, όταν η είδηση για την κατάληψη του Σχολείου Νούμερο 1 του Μπεσλάν από ένοπλους τρομοκράτες από τη γειτονική Τσετσενία, έστρεψε τα βλέμματα του πλανήτη σ’ αυτήν τη μικρή αγροτική πόλη της Βόρειας Οσετίας. Μετά από τρεις δραματικές ημέρες ομηρίας αποφασίστηκε η επέμβαση του στρατού με βαρύ οπλισμό, με αποτέλεσμα κατά την ανταλλαγή πυρών να καταρρεύσει η φλεγόμενη οροφή πάνω σε παγιδευμένους ομήρους. 385 άνθρωποι, ανάμεσά τους 186 παιδιά έχασαν τη ζωή τους σ’ αυτήν την παρανοϊκή ομηρία, που με τα πιο μελανά χρώματα κατέγραψε η ιστορία εκείνη τη θλιβερή μέρα του Σεπτέμβρη.
Πότε και γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με ένα τόσο θλιβερό γεγονός;
Ακριβώς ένα χρόνο μετά την τραγωδία συνοδεύω το γιο μου στην πρώτη του μέρα στο σχολείο, στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς. Τα παιχνίδια του μυαλού μου δημιούργησαν μια περίεργη φοβία όταν είδα έναν άντρα ντυμένο με στρατιωτικά ρούχα και άρβυλα να πλησιάζει. Αγκάλιασα τον γιο μου κι έκανα ένα βήμα πίσω φοβούμενη πως ίσως κάτι άσχημο συμβεί. Εννοείται πως δε συνέβη τίποτε και ο άνθρωπος εκείνος απλά συνόδευε το δικό του παιδί στο σχολείο. Κάπως έτσι ξεκίνησα να ψάχνω υλικό για το Μπεσλάν δημιουργώντας ένα φάκελο στην επιφάνεια εργασίας μου, που συνεχώς εμπλούτιζα με καινούρια στοιχεία. Μέχρι που βρέθηκα αντιμέτωπη με μία γκρίζα φωτογραφία που βρήκα στο διαδίκτυο. Έμεινα για ώρα να κοιτώ τσαλαπατημένα και καμένα παιδικά παπούτσια ανάμεσα σε φλεγόμενα ξύλα και διαμελισμένα κορμιά. Ήταν η στιγμή που στο μυαλό μου δημιούργησα ένα σενάριο, λες και παρακολουθούσα ταινία. Μ΄ αυτήν την ταινία κοιμόμουν και ξυπνούσα για καιρό …
Η απόφαση έγινε μονόδρομος, όταν πληροφορήθηκα τυχαία από έναν γνωστό με καταγωγή από το Βλαδικαυκάς, πως κάποιο παιδί από το Μπεσλάν που γνωρίζει επισκέφθηκε την Νάξο. Αυτή η είδηση από μόνη της περιέκλειε μεγάλη αισιοδοξία μέσα της και μου έδωσε μεγάλη χαρά. Για μένα σήμαινε πως αυτό το παιδί κατόρθωσε να σταθεί στα πόδια του, να αποτινάξει από τις πλάτες του το σύνδρομο του επιζώντα και να κοιτάξει μπροστά. Να αφήσει πίσω του τις στοιχειωμένες αναμνήσεις και να δημιουργήσει καινούριες υγιείς εικόνες στο μυαλό του, εδώ στην Ελλάδα. Σκέφτηκα πως ίσως και άλλα παιδιά θα το κατάφεραν κι έτσι η έρευνά μου εντάθηκε. Σκοπός μου ήταν, καθώς έγραφα τις πρώτες αράδες του «Θλιμμένου Σεπτέμβρη», να προσπαθήσω να κάνω τον αναγνώστη να εισπράξει αυτό το αισιόδοξο μήνυμα. Αν το κατάφερα θα φανεί από τα μηνύματα που θα εισπράξω.
Ένα βιβλίο, και ιδιαίτερα αν πραγματεύεται αληθινά γεγονότα, χρειάζεται προηγουμένως έρευνα προκειμένου να καταγραφούν σωστά τα γεγονότα, οι τόποι και τα υπαρκτά πρόσωπα. Εσείς τι είδους έρευνα κάνατε και ποιες πηγές χρησιμοποιήσατε για το συγκεκριμένο βιβλίο; Το γεγονός ότι είστε δημοσιογράφος πόσο πιστεύετε σας βοήθησε;
Την πρώτη ημέρα της ομηρίας οι τρομοκράτες ζήτησαν από όλους να πετάξουν τα κινητά τους τηλέφωνα και τις βιντεοκάμερες σ’ ένα σημείο του γυμναστηρίου όπου τους κρατούσαν ομήρους. Μία από αυτές τις κάμερες, λοιπόν, πήρε ένας από εκείνους τους γενειοφόρους άντρες και βιντεοσκόπησε τις πρώτες ώρες ομηρίας. Η κάμερα βρέθηκε λίγες ώρες αργότερα μετά τη δραματική κατάληξη ανάμεσα στα συντρίμμια του γυμναστηρίου και πάνω σ’ εκείνα τα πλάνα δημιουργήθηκαν δυο ντοκιμαντέρ, που σας διαβεβαιώνω είδα αμέτρητες φορές: «Τρεις μέρες τον Σεπτέμβρη», σε αφήγηση της Julia Roberts και «Τα παιδιά του Μπεσλάν» παραγωγής BBC, όπου παιδιά και γονείς που επέζησαν μιλούν για τις ατελείωτες ώρες που έζησαν χωρίς νερό και φαγητό, στοιβαγμένοι στο πάτωμα μια αίθουσας στην οποία είχε αναπτυχθεί υψηλή θερμοκρασία. Κάποιες από τις συγκλονιστικές μαρτυρίες επιζώντων τις χρησιμοποίησα αυτούσιες. Επίσης διάβασα ξανά και ξανά δημοσιεύματα του ελληνικού και ξένου Τύπου, που είχα στη διάθεσή μου ηλεκτρονικά.
Και για ν’ απαντήσω και στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, η ιδιότητα της δημοσιογράφου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο βιβλίο και πράγματι με βοήθησε πολύ στην έρευνα.
Το βιβλίο σας πραγματεύεται μόνο το θέμα της τρομοκρατίας;
Θέλω να επισημάνω, πως ο «Θλιμμένος Σεπτέμβρης» εκτός από το θέμα της τρομοκρατίας, πραγματεύεται και το εξίσου σημαντικό θέμα της εμπορίας ανθρώπων. Η μυθοπλασία ήθελε μία από τις πρωταγωνίστριές μου να επιλέγεται από μια ειδική αστυνομική ομάδα της Αγίας Πετρούπολης, η οποία βρισκόταν στα ίχνη κυκλώματος, που διαπραγματεύονταν την πώληση παιδιών. Η επιλογή της δεν ήταν τυχαία. Είχε το προσόν της χειλεανάγνωσης με το οποίο κατόρθωσε να συνομιλεί και να κρατά ήρεμη τη μικρή της αδερφή τις ατελείωτες ώρες της ομηρίας.
Κλείνοντας, κυρία Τσακίρη, τι θα θέλατε να αποκομίσει ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο σας; Υπάρχει κάποιο σημείο στο οποίο θα θέλατε να εστιάσει;
Το μήνυμα του «Θλιμμένου Σεπτέμβρη» περικλείεται στο εξής: «Ακόμη κι όταν όλα έχουν χαθεί, πάντα υπάρχει η ελπίδα κάπου εκεί έξω». Όσο θλιβερός και να φαντάζει ο Σεπτέμβρης μου, εγώ γράφοντας αυτές τις λέξεις ένιωθα μια εσωτερική αισιοδοξία, σαν εκείνη που επί χρόνια αναζητούσαν οι ήρωές μου. Είμαι σίγουρη πως διαβάζοντας την περιπέτεια των ηρώων μου, οι αναγνώστες σ ‘αυτό ακριβώς θα εστιάσουν την προσοχή τους. Στην προσπάθειά των επιζώντων να σβήσουν το μαύρο και να βάλουν χρώμα στη ζωή και τα όνειρά τους!

Θλιμμένος Σεπτέμβρης – Μαρία Τσακίρη
Αύγουστος 2004. Η Ροζάνα ακούμπησε απαλά μέσα σε ένα τοσοδά ξύλινο κουτάκι τα γεμάτα δίψα για ζωή όνειρά της, μαζί με μια κόκκινη γυαλιστερή χάντρα και μια φωτογραφία από τον Πάνορμο της Νάξου. Κάπου εκεί, ανάμεσα στα νεανικά της όνειρα και στη γαλάζια φουσκοθαλασσιά του Αιγαίου, στρίμωξε και κάτι ακόμα: μια μακρινή ημερομηνία που σημείωσε με πράσινο στιλό. Υποσχέθηκε να χαρίσει το κουτάκι στον Αλέξανδρο τη μέρα που θα ξεκινούσαν τα σχολεία, με την εφηβική σιγουριά πως, ύστερα από δέκα χρόνια, εκείνη θα είναι δικηγόρος και ο αγαπημένος της βραβευμένος συγγραφέας. Όμως, καθώς ύφαινε τα όνειρά της, τα λεπτά που κυλούσαν στο Μπεσλάν δημιουργούσαν ένα συγκλονιστικό σκηνικό, και η μοίρα έστηνε το δικό της τρομακτικό σενάριο.
Ο Σεπτέμβριος του 2004, με την τριήμερη αιματηρή ομηρία μαθητών μέσα στο σχολείο τους, θα αφήσει πίσω του βαθιά θλίψη. Εκείνοι που θα τα καταφέρουν σκορπίζονται στους πέντε ανέμους. Για να προχωρήσουν στη ζωή, πρέπει να αναμετρηθούν με τις αναμνήσεις. Για να γίνει αυτό, πρέπει να περπατήσουν στους δρόμους όπου βάδισαν εκείνο το πρωί, να νιώσουν τις μυρωδιές που μύριζαν τις ατελείωτες ώρες της αιχμαλωσίας, να ακούσουν τα φτερουγίσματα των πουλιών, τους θορύβους της πόλης όταν ξυπνάει κι όταν κοιμάται. Πρέπει να σταθούν απέναντι στο στοιχειωμένο σχολείο και να βρουν το κουράγιο να το κοιτάξουν. Επειδή, ακόμα κι όταν όλα έχουν χαθεί, η ελπίδα πάντα μένει κάπου εκεί έξω. Θα απλώσουν το χέρι να την πιάσουν; Θα αφήσουν λίγο χώρο για να ριζώσει και πάλι στην ψυχή τους η αγάπη; Ο έρωτας; Θα μπορέσουν να ξεχάσουν το χτες, να ζήσουν το σήμερα και να ονειρευτούν το αύριο; Υπάρχει αύριο για τα παιδιά του Μπεσλάν;
Εκδόσεις Ψυχογιός