Τον Οκτώμβριο του 2017 κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο “Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου”, ένα μυθιστόρημα που βασίζεται σε αληθινή ιστορία, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το δεύτερο της βιβλίο που αποτελεί συνέχεια του πρώτου. Με αφορμή λοιπόν την έκδοση του νέου της βιβλίου με τίτλο “Κλεμμένες Λιακάδες η συγγραφέας Μαρία Παναγοπούλου απαντά στις ερωτήσεις μας.

Συνέντευξη στην ΛΕΥΚΗ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ

Κυρία Παναγοπούλου, πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Κλεμμένες λιακάδες», που αποτελεί συνέχεια του πρώτου σας βιβλίου «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου». Είναι όμως αυτόνομο ή θα πρέπει οι αναγνώστες προηγουμένως να έχουν διαβάσει το πρώτο βιβλίο;
Οι «Κλεμμένες Λιακάδες» είναι ένα αυτοτελές βιβλίο. Έχει δική του αρχή, δική του ιστορία και δικό του τέλος, συνεπώς μπορεί να το διαβάσει ο αναγνώστης και χωρίς να έχει προηγηθεί το «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου». Οι ήρωες του δεύτερου βιβλίου ωστόσο, μεταφέρουν μαζί τους το παρελθόν, των ίδιων ή των γονιών τους, όπως συμβαίνει στους περισσότερους από εμάς. Οι επιλογές και οι συμπεριφορές του σήμερα, συχνά πηγάζουν από κάτι που μας έχει συμβεί χθες, είτε το αντιλαμβανόμαστε, είτε όχι.
Η ιστορία της Μάικας, στην οποία βασίζεται το «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου», έγινε γνωστή σε εσάς πολλά χρόνια πριν την έκδοση του βιβλίου. Το ίδιο ισχύει και για τις «Κλεμμένες λιακάδες», δηλαδή γνωρίζατε την ιστορία της Αέλιας από τότε ή τα στοιχεία της υπόθεσης προέκυψαν μετά την έκδοση του πρώτου βιβλίου;
Και τα δύο βιβλία γράφτηκαν πριν από περίπου είκοσι χρόνια και βασίστηκαν στα στοιχεία που είχα τότε στη διάθεσή μου. Χάρη στη δημοσιότητα όμως της οποίας έτυχε το «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου», κατάφερα να συναντήσω την 84χρονη Στάσα, μια υπέροχη γυναίκα η οποία γνώριζε τρεις εκ των πρωταγωνιστών και μου έδωσε νέα στοιχεία για την εξέλιξη της ζωής τους. Στοιχεία που ξεπερνούσαν κατά πολύ τη δική μου φαντασία και με οδηγούσαν νομοτελειακά στην ανάγκη να ξαναγραφτούν οι «Κλεμμένες Λιακάδες». Ενημέρωσα τις Εκδόσεις Ωκεανός κι άρχισα να γράφω το βιβλίο από την αρχή, έχοντας όμως θέσει στον εαυτό μου έναν αυστηρό περιορισμό: το τέλος, έπρεπε να μείνει ίδιο. Επώδυνη διαδικασία, ίσως να φταίει και η συγγραφική απειρία μου αλλά όταν την ολοκλήρωσα ένιωθα σαν να έχω τρέξει σε μαραθώνιο.
Η ιστορία των δύο βιβλίων μοιάζει περισσότερο με σενάριο κινηματογραφικής ταινίας, παρά για αληθινή ιστορία. Πόσο έχετε επέμβει στην ιστορία; Πόση δόση μυθοπλασίας έχουν τα δύο βιβλία;
Έχουν την ίδια ακριβώς δόση μυθοπλασίας και τα δύο. Το πολύ ενδιαφέρον όμως είναι πως οι αναγνώστες όταν με ρωτούν «μα πώς είναι δυνατό να έγινε αυτό;», αναφέρονται κατά 90% στα αληθινά γεγονότα! Αυτά τους εντυπωσιάζουν, αυτά εκτιμούν ως «φανταστικά».
Κοινό γνώρισμα και των δύο βιβλίων είναι ότι κρατάνε τον αναγνώστη καθηλωμένο ως την τελευταία σελίδα. Ωστόσο όμως, θεωρώ, ότι κινούνται σε διαφορετικούς άξονες. Το πρώτο είναι κοινωνικό, ενώ το δεύτερο έχει περισσότερο αστυνομική χροιά. Εσείς, πώς θα χαρακτηρίζατε τα δύο σας βιβλία;
Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλήξω σε έναν ή δύο χαρακτηρισμούς. Οι «Κλεμμένες Λιακάδες» έχουν σαφώς αστυνομική χροιά. Έχουν όμως και στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ. Έχουν επίσης κοινωνική διάσταση καθώς ο βασικός κορμός τους είναι το πόσο επηρεάζουν την ενήλικη ζωή μας τα παιδικά μας χρόνια. Έχουν κι ένα ερωτικό τρίγωνο εντελώς ρεαλιστικό, αφού είναι βασισμένο στην αληθινή ερωτική ιστορία των ηρώων του. Οι πολύ δικοί μου άνθρωποι, μού λένε ότι τα βιβλία μου είναι σαν εμένα, έχουν πολλές διαστάσεις και το ίδιο εισπράττω και από τους αναγνώστες. Διαφορετικά επίπεδα ανάγνωσης, ανάλογα με το ποιος διαβάζει και σε τι ψυχολογική κατάσταση βρίσκεται.
Επιλέξατε να μην αναφέρετε τα πραγματικά ονόματα των ηρώων σας, αλλά να δώσετε στους πρωταγωνιστές ονόματα φίλων σας. Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος που το κάνατε αυτό;
Δεν τους έχω δώσει μόνο τα ονόματα, αλλά και στοιχεία από τις προσωπικότητες των φίλων μου. Ξέρετε, δεν γράφω επαγγελματικά, γράφω κυρίως για εμένα. Είναι κάτι σαν ψυχοθεραπεία η συγγραφή γι αυτό και άργησα τόσο να μπω στον χώρο των εκδόσεων. Το να έχω μαζί τους φίλους μου σε αυτή τη «βουτιά στην ψυχή μου», μού κάνει καλό.
Ο κύκλος της ιστορίας των ηρώων σας μόλις έκλεισε. Θα ήθελα ένα σχόλιο σας, δυο λόγια, τα οποία δεν έχετε ακόμη πει, αλλά θα θέλατε να ακουστούν.
Ο κύκλος μας έκλεισε, αλλά μόνο συγγραφικά. Όπως γράφω και στο σημείωμα στο τέλος του βιβλίο μου, είμαι βέβαιη πως με όλους τους θα τα ξαναπούμε «σε ζωές αλαργινές». Τους οφείλω εξάλλου ευγνωμοσύνη γιατί, χάρη στο «Είδα τον εαυτό μου στα μάτια σου» και τις «Κλεμμένες Λιακάδες», ήρθαν στη ζωή μου όμορφοι άνθρωποι, αναγνώστες, βιβλιόφιλοι, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, εργαζόμενοι στον χώρο των εκδόσεων, που με κάνουν να νιώθω πιο πλούσια. Αυτό θα ήθελα να πω λοιπόν στους πραγματικούς ήρωες μου, που τους έχω βαπτίσει Μάικα και Μαριάνθη, Λιάνα και Δήμητρα, Αέλια και Νεκταρία, Νικόλα και Ρίτσαρντ, Νικήτα και Αντώνη, Δημήτρη και Δέσποινα, Γιώργο, Νινέτα, Λίλυ: σας ευχαριστώ!

ΚΛΕΜΜΕΝΕΣ ΛΙΑΚΑΔΕΣ | ΜΑΡΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ | ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΚΕΑΝΟΣ
Αέλια. Γνώρισε για πρώτη φορά τον πατέρα της στην ηλικία των έξι ετών κι εκείνος την πήρε μακριά, στο Γουίνιπεγκ του Καναδά, ξεριζώνοντάς την από την Ελλάδα, από τις παιδικές μνήμες της και από την αγκαλιά της μανούλας της, της Μάικας.
Νεκταρία. Στα επτά της χρόνια βίωσε το οδυνηρό διαζύγιο των γονιών της. Δεν έμαθε τους λόγους που τους μεταμόρφωσαν από παράφορα ερωτευμένους σε θανάσιμους εχθρούς, μα η ψυχή της ξέρει πως ο ζυγός της ευθύνης γέρνει αμείλικτα προς την πλευρά της μάνας της, της Λιάνας.
Δεκαέξι χρόνια μετά, μια ανώνυμη επιστολή παγιδεύει τα δύο ενήλικα πια κορίτσια στο ναρκοπέδιο του χθες και τα παρασύρει στο Φισκάρδο της Κεφαλλονιάς. Εκεί, τις περιμένει ο ένοχος για τις κλεμμένες λιακάδες της ζωής τους. Μα δεν είναι μόνος…
Ένας ανίερος έρωτας. Μια ιερή φιλία. Και η αέναη μάχη ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Ποιος θα νικήσει; Και με ποιο τίμημα;